ρυβδώ

-έω, Α
καταβροχθίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. αποτελεί εκφραστικό τ. τού ῥυφῶ (βλ. λ. ρουφώ) και έχει σχηματιστεί κατ' επίδραση τής λ. ῥοῖβδος* «ορμητική κίνηση». Το ρ. εμφανίζει και το επίρρ. ῥύβδην, το οποίο παραδίδεται και με τις γρφ. ῥοίβδην και ῥύδην. Πρόκειται ωστόσο για εσφαλμένες γρφ., από τις οποίες η γρφ. ῥοίβδην οφείλεται στη μτγν. προφορά τού -οι- και στην επίδραση τού τ. ῥοῖβδος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυβδῶ — ῥοιβδέω move with a whistling pres subj act 1st sg (attic epic doric) ῥοιβδέω move with a whistling pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χάρυβδη — η / Χάρυβδις, ύβδεως, ΝΜΑ, και ιων. τ. γεν. ύβδιος Α μυθ. μυθικό θαλάσσιο τέρας, με μορφή γυναίκας, προσωποποίηση τής θαλάσσιας δίνης, που μαζί με τη Σκύλλα καταπόντιζε τα πλοία και κατάπινε τους ναύτες, όταν περνούσαν τον Σικελικό Πορθμό νεοελλ …   Dictionary of Greek

  • ρύβδην — και ῥοίβδην και ῥύδην Α επίρρ. άφθονα, πλουσιοπάροχα. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ῥυβδῶ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.